Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Η σύνθεση του μητρικού γάλακτος επηρεάζει το μελλοντικό βάρος του παιδιού

Ερευνητές εντόπισαν πως ποικιλίες στο μείγμα των πολύπλοκων υδατανθράκων του μητρικού γάλακτος συνδέονται με διαφορές στην ανάπτυξη του μωρού και στην παχυσαρκία.
Η σύνθεση του μητρικού γάλακτος μιας γυναίκας μπορεί ενδεχομένως να καθορίσει αν το μωρό της θα γίνει υπέρβαρος ενήλικας, υποδεικνύει νέα έρευνα.
Προηγούμενες έρευνες ανακάλυψαν ότι παιδιά παχύσαρκων μητέρων είναι πιο πιθανό να είναι υπέρβαρα αλλά οι αιτίες της σχέσης δεν είναι εντελώς κατανοητές.
Στην έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε 25 ζεύγη μητέρας- παιδιού, ερευνητές του University of Southern California δήλωσαν ότι εντόπισαν πως ποικιλίες στο μείγμα των πολύπλοκων υδατανθράκων του μητρικού γάλακτος συνδέονται με διαφορές στην ανάπτυξη του μωρού και στην παχυσαρκία.

Οι συγκεκριμένοι υδατάνθρακες αποτελούν φυσικό συστατικό του μητρικού γάλακτος και παίζουν ρόλο στο να βοηθούν το ανοσοποιητικό σύστημα του μωρού να αναπτυχθεί.
Η ερευνήτρια, Tanya Alderete, δήλωσε ότι σε ηλικία 6 μηνών, υψηλότερα επίπεδα 2 συγκεκριμένων ολιγοσακχαριτών του ανθρώπινου γάλακτος  στο μητρικό γάλα συνδέθηκαν- το καθένα- με περίπου μισό κιλό περισσότερης λιπώδους μάζας.
Άλλοι ολιγοσακχαρίτες του ανθρώπινου γάλακτος  ήταν προστατευτικοί στους 6 μήνες, πρόσθεσε. Για παράδειγμα, ποσότητες άλλου συνδέονταν με περίπου μισό κιλό χαμηλότερο βάρος του νεογνού και λιπώδους μάζας.
Η σύνθεση γάλακτος της κάθε γυναίκας ήταν πιο σημαντική όσον αφορά την πρόληψη της παχυσαρκίας έναντι της παχυσαρκίας της μητέρας και του βάρους της κατά την εγκυμοσύνη, δήλωσαν οι ερευνητές.
Ωστόσο, οι ερευνητές ανακάλυψαν μόνο σχέση- όχι αιτιατή- μεταξύ της σύνθεσης γάλακτος και του κινδύνου ενός παιδιού για παχυσαρκία.
Χρειάζονται μεγαλύτερες έρευνες για να μάθουμε περισσότερα σχετικά με το πώς οι ολιγοσακχαρίτες του ανθρώπινου γάλακτος μπορεί ενδεχομένως να επηρεάζουν τον κίνδυνο ενός παιδιού να εμφανίσει παχυσαρκία, δήλωσε ο ερευνητής Michael Goran, διευθυντής του Childhood Obesity Research Center.
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού American Journal of Clinical Nutrition.
http://www.iatronet.gr