Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Το 2015 είναι το θερμότερο μεταξύ 136 ετών

Οποια κι αν είναι η συνέχεια πριν μας αποχαιρετήσει, το 2015 «κατακτά» με... αποδείξεις τον τίτλο του θερμότερου έτους παγκοσμίως, από τότε που υπάρχουν στατιστικά δεδομένα. Βάσει των στοιχείων της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας των ΗΠΑ (ΝΟΑΑ), η μέση θερμοκρασία στον πλανήτη τον Οκτώβριο ανέβηκε κατά ένα βαθμό Κελσίου (0,98 για την ακρίβεια) σε σχέση με τον Οκτώβριο του 2014. Ετσι, η φετινή θερμοκρασία καθίσταται η υψηλότερη συγκριτικά με τα «φυσιολογικά επίπεδα» που έχουν καταγραφεί τα 136 χρόνια που υπάρχουν στοιχεία. Τα παραπάνω δεδομένα επιβεβαιώνει η Ιαπωνική Μετεωρολογική Υπηρεσία.

Το «ρεκόρ», ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στον Οκτώβριο, καθώς αυτός αποτελεί τον έκτο συναπτό μήνα που καταρρίπτεται το παγκόσμιο ρεκόρ θερμοκρασίας. Εν ολίγοις, το 2015 που σε λίγες εβδομάδες φτάνει στο τέλος του, θα είναι ο θερμότερος χρόνος στην ιστορία, ξεπερνώντας το ρεκόρ που είχε σημειώσει το 2014. Η NASA, αλλά και άλλοι φορείς, δημοσιοποιώντας τα νέα δεδομένα, λίγες ημέρες πριν από την κρίσιμη παγκόσμια Σύνοδο για το Κλίμα στο Παρίσι, υπενθυμίζουν ότι βρισκόμαστε «ακριβώς στο μέσον» της αύξησης της θερμοκρασίας κατά δύο βαθμούς Κελσίου, που αποτελεί το γνωστό όριο «ελεγχόμενης» κλιματικής αλλαγής.
Στην αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας «ευθύνεται», σύμφωνα με επιστήμονες, και το ισχυρότερο στην ιστορία Ελ Νίνιο. Ωστόσο, πιο ενδεικτικό στοιχείο της συνεχούς μεταβολής του κλίματος επί το θερμότερον είναι ότι οι 13 από τις 15 θερμότερες χρονιές, από τότε που υπάρχουν στοιχεία, έχουν καταγραφεί από το 2000 και μετά. Επιπροσθέτως, η επίδραση στην κλιματική αλλαγή του αντίθετου φαινομένου, του Λα Νίνια, που χαρακτηρίζεται από τα ψυχρότερα ύδατα στον Ειρηνικό, δείχνει να περιορίζεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2007 και το 2010, χρονιές με εντονότερο το φαινόμενο Λα Νίνια, ήταν πιο θερμές από χρονιές με εντεινόμενο Ελ Νίνιο περασμένων δεκαετιών.
Μπορεί διεθνώς ο υδράργυρος να έχει... χτυπήσει κόκκινο, ωστόσο η Ελλάδα μοιάζει να κινείται στους δικούς της μετεωρολογικούς ρυθμούς. «Ο Αύγουστος που μας πέρασε ήταν ο θερμότερος μεν διεθνώς, αλλά για την Ελλάδα όχι», σχολιάζει στην «Κ» ο μετεωρολόγος-μαθηματικός, δρ Δημήτρης Ζιακόπουλος, λέγοντας ότι «συνολικά το καλοκαίρι, Ιούνιος-Ιούλιος-Αύγουστος, η θερμοκρασία στη χώρα μας δεν ξεπέρασε τους 40 βαθμούς Κελσίου, στη δε Αθήνα έφτασε τους 38 βαθμούς Κελσίου».
Το επιστημονικό ενδιαφέρον του κ. Ζιακόπουλου κέντρισε περισσότερο ο Σεπτέμβριος, ο οποίος καταγράφηκε πολύ θερμός για τα δεδομένα της εποχής. «Αξιο προσοχής ήταν το ρεκόρ που σημειώθηκε την 6η Σεπτεμβρίου», υπογραμμίζει ο ίδιος, καθώς «στην Ελευσίνα το θερμόμετρο έδειξε 41,6 βαθμούς και στη Θεσσαλονίκη 37,3 βαθμούς Κελσίου. Η εν λόγω θερμοκρασία στην Ελευσίνα ήταν η υψηλότερη των τελευταίων τουλάχιστον 65 ετών, ενώ στη συμπρωτεύουσα τα προηγούμενα –χαμηλότερα των φετινών– ρεκόρ ήταν 36,2 βαθμοί στη Μίκρα και 37 στο Σέδες το διάστημα 1936-40 και 1947-72 αντίστοιχα».
Σύμφωνα με τον κ. Ζιακόπουλο, πάντως, η Ελλάδα αποτελεί μάλλον «ανορθογραφία», αφού σε γενικές γραμμές «κυμάνθηκε στα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα».
Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για τον Νοέμβριο, παραδοσιακό μήνα βροχών στην Ελλάδα. «Με βάση τον καιρό των τριών πρώτων εβδομάδων του Νοεμβρίου και τις προβλεπόμενες θερμοκρασίες για την τέταρτη εβδομάδα, αυτό που με ξενίζει περισσότερο στον φετινό Νοέμβριο δεν είναι τόσο η ανομβρία όσο ο συνδυασμός υψηλών θερμοκρασιών και πολλών ωρών ηλιοφάνειας», παρατηρεί ο κ. Ζιακόπουλος. Αν και προβλέπεται ότι τις τελευταίες δέκα ημέρες ο Νοέμβριος θα έχει βροχές στα δυτικά και βόρεια, φαίνεται ότι αυτό δεν θα είναι αρκετό, ώστε να καταγραφούν ως συνήθη τα στατιστικά του μήνα.
Μπορούμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι η κλιματική αλλαγή βρίσκεται προ των πυλών; «Η κλιματική αλλαγή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, ένα φαινόμενο που θα εκδηλωθεί κάποια στιγμή στο μέλλον», απαντά ο κ. Ζιακόπουλος, τονίζοντας: «Είναι παρούσα και επηρεάζει κάθε στιγμή ό,τι συμβαίνει στην ατμόσφαιρα». Από την άλλη, όμως, δεν μπορούμε να αποδίδουμε τα πάντα σε αυτήν. «Δεν μπορούμε ακόμη να υπολογίσουμε τον βαθμό και τον τρόπο που επηρεάζει η κλιματική αλλαγή, ενώ δεν μπορούμε να υποτιμάμε τη φυσική μεταβλητότητα του καιρού και του κλίματος».
 http://www.madata.gr