Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει την αύξηση της θερμοκρασίας

Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να επηρεάσει περαιτέρω την αύξηση της θερμοκρασίας, με συντηρητικές προβλέψεις να αναφέρουν έως και +3 C το 2070.

Ειδικά για την περιοχή της Μεσογείου και από τις έως τώρα ενδείξεις, αναμένεται να συνεχιστεί η αύξηση των μέσων και ακραίων τιμών θερμοκρασίας και η μείωση της ετήσιας βροχόπτωσης.

Η αύξηση της θερμοκρασίας αναμένεται να μειώσει τον αριθμό ειδών που διαχειμάζουν σε περιοχές της Ελλάδας, όπως μπορεί να συμβεί με τις χήνες ή να μειώσει το χρονικό διάστημα της παραμονής τους, όπως μπορεί να συμβεί με τη μπεκάτσα.


Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με την έρευνα με τίτλο «Καιρός και φαινολογία μετανάστευσης και διαχείμασης πτηνών σε οικοσυστήματα της Βόρειας Ελλάδας»* βρέθηκε ότι η μπεκάτσα καθυστερεί την άφιξή της στην περιοχή της Καστοριάς, κατά τα θερμότερα έτη.

Η καθυστέρηση στη φθινοπωρινή μετανάστευση, σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή στο ΤΕΙ Θεσσαλίας κ. Περικλή Μπίρτσα, ένας εκ των ερευνητών, έχει τεκμηριωθεί για ορισμένα είδη πτηνών.

Το μπεκατσίνι, δείχνει τάσεις αναβολής της φθινοπωρινής αποδημίας του στην Κεντρική Ευρώπη κατά την περίοδο 1964- 2005 και αποδίδεται στην αύξηση της θερμοκρασίας. H ύπαρξη μπεκατσών εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα των γαιοσκωλήκων, και ως εκ τούτου υψηλότερες θερμοκρασίες δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για τους γαιοσκώληκες στο βορρά, ενώ στον νότο ξηραίνουν το έδαφος γρηγορότερα, κάτι το οποίο μπορεί να εξηγήσει, σύμφωνα με τον κ. Μπίρτσα, ίσως την καθυστερημένη άφιξη των μπεκατσών κατά τα θερμότερα έτη.

Για τη σιταρήθρα δεν παρατηρήθηκε κάποια σαφή σχέση της αναχώρησής της με τη θερμοκρασία αέρα και τα κατακρημνίσματα, πιθανόν κάποιοι άλλοι παράγοντες επέδρασαν στη φαινολογία του είδους.

Στο Δέλτα του Έβρου, το παρατεταμένο ψύχος των μηνών Δεκεμβρίου 2001 και Ιανουαρίου 2002 φαίνεται να αύξησε την αφθονία των υδροβίων αρχικά, πιθανόν επειδή έρχονταν πτηνά από βόρεια. Καθώς όμως το ψύχος συνεχίστηκε, τα υδρόβια αναγκάστηκαν να μετακινηθούν νοτιότερα και έτσι η αφθονία τους στο Δέλτα Έβρου μειώθηκε.

Αν και τα δεδομένα, σύμφωνα με τον κ. Μπίρτσα, ήταν περιορισμένα, έδειξαν ότι η θερμοκρασία αέρα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ή ίσως το σημαντικότερο παράγοντα που επιδρά στη φαινολογία της μετανάστευσης των πτηνών. Η επίδρασή της ωστόσο, διευκρινίζει, είναι διαφορετική μεταξύ των ειδών καθώς έχουν διαφορετικές οικολογικές απαιτήσεις. Στα δασικά και υγροτοπικά οικοσυστήματα, όπου η ανεύρεση τροφής από τα είδη που εξετάστηκαν επηρεάζεται περισσότερο από τη θερμοκρασία η φαινολογία επηρεάζεται σοβαρά, σε αντίθεση με τη σιταρήθρα που τρέφεται με σπόρους στα γεωργικά οικοσυστήματα πεδινών περιοχών, όπου η διαθεσιμότητά τους δεν επηρεάζεται σοβαρά από τη θερμοκρασία.

Συνεπώς, καταλήγει ο κ. Μπίρτσας, η μακροχρόνια παρακολούθηση των πτηνών με συγκεκριμένες μεθόδους σε διαφορετικά οικοσυστήματα θα είναι χρήσιμη στην εκτίμηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στην πτηνοπανίδα και στη λήψη των κατάλληλων διαχειριστικών μέτρων.

Η Ελλάδα αποτελεί τόπο διαχείμασης πολλών αποδημητικών πτηνών. Στην εργασία αυτή, εξετάζεται η επίδραση μετεωρολογικών παραμέτρων στην αφθονία της μπεκάτσας, της σιταρήθρας και κάποιων υδρόβιων πτηνών αντιπροσωπευτικών ειδών: δασικού, γεωργικού και υγροτοπικού οικοσυστήματος, αντίστοιχα.

Για να εξεταστεί η επίδραση του καιρού στη φαινολογία της μετανάστευσης των πτηνών επιλέχθηκαν κοινά και χαρακτηριστικά είδη από τρεις τύπους οικοσυστημάτων. Την μπεκάτσα σε δάσος, τη σιταρήθρα σε καλλιέργειες και μερικά υδρόβια είδη σε υγρότοπο. Κάποια δεδομένα της έρευνας αυτής δημοσιεύτηκαν και στο επιστημονικό περιοδικό Italian Journal of Zoology.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
http://www.real.gr