Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Ο ύπνος σε δόσεις δεν ξεκουράζει το σώμα

Πολλή συζήτηση γίνεται τελευταία για τα οφέλη που έχει η διακοπτόμενη φυσική δραστηριότητα στην υγεία και ολοένα περισσότεροι ειδικοί συνιστούν να «σπάμε» την άσκηση σε μικρές προπονήσεις μέσα στην ημέρα, αντί να γυμναζόμαστε επί μισή ή μία συνεχόμενη ώρα.
Η τάση αυτή σχεδόν μοιραία γεννά ένα ερώτημα: μήπως μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και με τον ύπνο; Ει μη τι άλλο, δεν είναι καλύτερα να κοιμάται κανείς πολλές φορές από λίγο, από το να μην κοιμάται καθόλου;
Η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική. Ο ύπνος δεν φαίνεται να αποδίδει σε δόσεις. Αντιθέτως, οι έως τώρα μελέτες δείχνουν ότι η υποκατάσταση με σύντομες σιέστες του συνεχούς οκτάωρου ύπνου που χρειάζονται οι περισσότεροι από εμάς, δημιουργεί σοβαρό έλλειμμα ύπνου, λέει στην εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς» ο δρ Ντάνιελ Μπάισε, ειδικός σε θέματα ύπνου και καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ.

Ο δρ Μπάισε και οι συνεργάτες του είχαν πραγματοποιήσει προ ετών ένα πείραμα, στο οποίο ομάδα εθελοντών συμφώνησε να εναλλάσσει 30 λεπτά ύπνου με 60 λεπτά αγρυπνίας επί 2,5 συνεχόμενες ημέρες. Παρότι οι εθελοντές πίστευαν ότι είχαν τον ύπνο «στο τσεπάκι» τους και μπορούσαν να αποκοιμηθούν ανά πάσαν στιγμή, κατέληξαν «διαλυμένοι» από την κούραση, διότι στην πραγματικότητα αδυνατούσαν να αποκοιμηθούν εξίσου γρήγορα και βαθιά το μεσημέρι σε σύγκριση με το βράδυ.
«Το βιολογικό μας ρολόι δεν μας επιτρέπει να κοιμόμαστε εξίσου καλά την ημέρα με τη νύχτα», λέει ο δρ Μπάισε. «Με άλλα λόγια, ο ύπνος δεν είναι πάντοτε εξίσου ποιοτικός και ωφέλιμος».
Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί οι εργαζόμενοι σε νυχτερινές βάρδιες κατά μέσον όρο κοιμούνται λιγότερο απ’ όσοι οι άνθρωποι που εργάζονται μόνο ημέρα, καθώς και γιατί οι εργαζόμενοι τη νύχτα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν χρόνια προβλήματα υγείας, πρόσθεσε.
Παρ’ όλα αυτά, πάντοτε είναι καλή ιδέα να προσπαθεί κανείς να αναπληρώσει τον χαμένο ύπνο, ανεξαρτήτως της ώρας της ημέρας, τονίζει η δρ Ρουθ Μπένκα, καθηγήτρια Ψυχιατρικής και διευθύντρια του Κέντρου Ιατρικής Ύπνου & Έρευνας Ύπνου στο Πανεπιστήμιο του Ουϊσκώνσιν-Μάντισον.
«Παλαιότερα ο κόσμος πίστευε ότι είναι το να μείνει κάποιος ξάγρυπνος όλη νύχτα για να τελειώσει κάτι που πρέπει να κάνει, είναι πολύ αποδοτικότερο από το να “σπάσει” την ολονυχτία με έναν σύντομο ύπνο, αλλά σήμερα ξέρουμε ότι αυτό δεν ισχύει», λέει.
«Κατ’ ανάλογο τρόπο μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμο να κοιμάται κάποιος λίγο το μεσημέρι για να αναπληρώσει έστω και ένα μέρει μία νύχτα ελλιπούς ύπνου, συμπληρώνοντας λ.χ. με αυτό τον τρόπο επτά ώρες ύπνου σε ένα 24ωρο αντί για τις 6,5 που κατάφερε να κοιμηθεί τη νύχτα».
Και συνέχισε: «Όταν ένας άνθρωπος πρέπει κάποια στιγμή να μείνει ξύπνιος για παρατεταμένη χρονική περίοδο, μπορεί να αμβλύνει λίγο τις επιπτώσεις της ελλείψεως ύπνου κάνοντας όσο πιο συχνά μπορεί μία σιέστα, αλλά δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή του έτσι.
»Ασφαλώς οποιοσδήποτε ύπνος είναι προτιμότερος από τον μη ύπνο και ο περισσότερος ύπνος είναι καλύτερος από τον λιγότερο, αλλά όλα έχουν ένα όριο και για τους περισσότερους ανθρώπους αυτό το όριο είναι οι οκτώ ώρες ύπνου κάθε βράδυ».
Επιμέλεια: Ρούλα Τσουλέα