Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Πάνω από το μισό του εισοδήματος «καταλήγει» σε φόρους και εισφορές

 Του Βασίλη Αγγελόπουλου
 Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) προχώρησε στην αποδόμηση του Ασφαλιστικού νομοσχεδίου, με σκληρή κριτική προς τους εμπνευστές του. 
 Η ΟΚΕ uεωρεί ότι δημιουργείται ένας συνδυασμός «διατάξεων ασφαλιστικής και φορολογικής φύσης που εάν εφαρμοσθούν θα οδηγήσουν σε μια μεγάλη επιβάρυνση των ασφαλισμένων και φορολογουμένων, επιβάρυνση η οποία αθροιστικά θα ανέλθει σε 55-56% του ακαθάριστου εισοδήματος». Μεγάλοι χαμένοι είναι το σύνολο όσων πολιτών σήμερα πληρώνουν φόρους και καταβάλλουν εισφορές, αφού κατά την ΟΚΕ αυτοί είναι που «θα κληθούν, όταν τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το σύστημα, να πληρώσουν αθροιστικά σημαντικά μεγαλύτερα ποσά (άσχετα από τις επί μέρους διαφοροποιήσεις) σε άμεσους φόρους και εισφορές σε μια χώρα, μάλιστα, που η ποιότητα των παρεχόμενων κρατικών και κοινωνικών υπηρεσιών είναι πολύ χαμηλή». 

Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι «εξαιρετικά αμφίβολο εάν θα επιτευχθούν και τα εισπρακτικά αποτελέσματα που προσδοκώνται από το νομοθέτη αφού η όλη αυτή εξέλιξη θα εντείνει την τάση αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων προς αποφυγή των επιβαρύνσεων, όπως η μεταφορά της επαγγελματικής δραστηριότητας (πραγματική ή όχι) εκτός Ελλάδος». 
Ξεχωριστή αποδόμηση υπάρχει στην γνωμοδότηση της ΟΚΕ, στο επιχείρημα του υπουργείου Εργασίας ότι προστατεύει τους συνταξιούχους αφού τονίζεται ότι «μειώνονται σημαντικά οι συντάξεις όσων συνταξιοδοτηθούν μελλοντικά ενώ και σε ό,τι αφορά τους ήδη συνταξιούχους περικόπτονται οι επικουρικές συντάξεις ενώ καταργείται σταδιακά και το ΕΚΑΣ. Το μόνο που απομένει είναι η προστασία μέχρι το 2018 των κύριων συντάξεων και ένα αβέβαιο μέλλον για τη συνέχεια».
 Η ΟΚΕ καταγγέλλει τη διαδικασία της Ασφαλιστικής Μεταρρύθμισης, υπό την πίεση της αξιολόγησης. Γι' αυτό θεωρεί ότι το νομοσχέδιο έχει ως κύριο στόχο την αντιμετώπιση ενός «άμεσου δημοσιονομικού στόχου (εξοικονόμηση 1% του ΑΕΠ) και προκειμένου να το επιτύχει αυτό επιχειρεί να μεταβάλει όλες τις βασικές σταθερές του ασφαλιστικού συστήματος στο όνομα μιας μεταρρύθμισης αμφίβολης αποτελεσματικότητας και διατηρησιμότητας». Θεμελιώδη χαρακτηριστικά της νέας αυτής πραγματικότητας είναι κατά την ΟΚΕ:
 - H σύνδεση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης με τα δημογραφικά δεδομένα. 
 - Η σύνδεση του ύψους των παροχών με το ΑΕΠ.
 - Οι ρήτρες μηδενικού ελλείμματος . 
 - Η ενιαία κατά ασφαλιστικό κλάδο οργανωτική δομή. 
 - H αύξηση του χρόνου ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση.
 Το υπό κρίση νομοσχέδιο επιχειρεί νέες μεταβολές που συνοψίζονται κατά την ΟΚΕ «σε μειώσεις παροχών και αυξήσεις εισφορών για τους αγρότες και ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοτελώς απασχολούμενους, με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων, μολονότι αυτοί αφορούν σε ανόμοιες περιπτώσεις εργασιακής και ασφαλιστικής σχέσης κάτι που εν τέλει δε συνιστά ίση μεταχείριση». Η Ο.Κ.Ε. επισημαίνει ότι το ζήτημα, πέραν των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών του πτυχών έχει και συνταγματικές παραμέτρους για τις οποίες συχνά κλήθηκαν να αποφανθούν τα αρμόδια δικαστήρια. 
Το επιχείρημα του υπουργείου Εργασίας ότι προστατεύονται οι χαμηλές συντάξεις αποδομείται από την Επιτροπή με την παρατήρηση ότι το διάστημα 1960-2008 ήταν για την Ελλάδα μια περίοδος υψηλής απασχόλησης και μεγάλης ανάπτυξης και κατά συνέπεια «οι χαμηλές συντάξεις που αφορούν σε λίγα χρόνια ασφάλισης στη διάρκειας αυτής της περιόδου συνδέονται συνήθως με πολλά έτη άδηλης απασχόλησης». Αντίθετα, η ΟΚΕ επισημαίνει ότι όσοι βγουν στη σύνταξη μετά το 2020 ή το 2030 και οι οποίοι είναι ακριβώς αυτοί που τιμωρούνται με τις ρυθμίσεις για τον υπολογισμό των συντάξεων στο μέλλον «θα έχουν μεγάλα κενά στο χρόνο ασφάλισής τους όχι λόγω άδηλης απασχόλησης αλλά λόγω της έλλειψης απασχόλησης». 
 Σε κάθε όμως περίπτωση, η υπερβολική επιβολή εισφορών (λαμβανομένων υπόψη των φορολογικών επιβαρύνσεων, των έκτακτων εισφορών, προκαταβολών φόρων κ.λπ., ιδίως στον ιδιωτικό τομέα που μαστίζεται από την οικονομική κρίση και έχει δει την ανεργία και την υποαπασχόληση να διογκώνεται) θα ενθαρρύνει το κύμα φυγής προς την αλλοδαπή, ιδίως σε γειτονικές χώρες με μικρότερη φορολόγηση και χαμηλότερες εισφορές. 
Για την εφαρμογή της προσωπικής διαφοράς η ΟΚΕ διαπιστώνει ότι ανακύπτει «εντονότατο πρόβλημα άνισης μεταχείρισης των ήδη συνταξιούχων σε σχέση με όσους συνταξιοδοτούνται από 1.1.2016 και μετά». 
 Στο σκέλος των εισφορών γίνεται λόγος για ρυθμίσεις που «καταδεικνύουν σύγχυση μεταξύ της έννοιας της εισφοράς - ασφάλισης και του φόρου – πρόνοιας». 
Ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες (ύψους 38,5% επί των αποδοχών, συνυπολογιζόμενες με τις κάθε είδους φορολογικές επιβαρύνσεις (φόρος εισοδήματος, προκαταβολή φόρου, ΑΚΑΓΕ, ΕΝΦΙΑ, κ.λπ.) η ΟΚΕ θεωρεί ότι σε συνδυασμό, με την επιδεινούμενη φορολογική τους μεταχείριση εκμηδενίζεται «το καθαρό τους εισόδημα και θα οδηγήσει κάποιους από αυτούς είτε σε ανεργία, είτε σε υπαγωγή σε καθεστώς εξηρτημένης εργασίας είτε σε αδήλωτη απασχόληση».  
Για την αύξηση των εισφορών σε αγρότες, η Επιτροπή κάνει λόγο για μια μικρή κατηγορία κατά κύριο επάγγελμα ασκούντων αγροτική δραστηριότητα που καλείται να σηκώσει το βάρος της κοινωνικής πολιτικής για τους ασφαλισμένους του ΟΓΑ που δεν ασκούν αγροτικές εργασίες. Στο εξής ένας αγρότης θα καταβάλλει το 50% του καθαρού εισοδήματός του σε εισφορές και φόρους. Ιδιαίτερα επικριτική εμφανίζεται η ΟΚΕ και για τις εκπτώσεις στις εισφορές για τους νέους επιστήμονες. Επισημαίνεται ότι θα αποτελούν «ασφαλιστική οφειλή, επομένως, «δεν πρόκειται για εκπτώσεις, αλλά για αναβολή της πληρωμής των εισφορών της πρώτης πενταετίας άσκησης του ελευθέριου επαγγέλματος». Η Επιτροπή επισημαίνει ότι είναι «η πρώτη φορά στην ιστορία της κοινωνικής πολιτικής στη χώρα μας που μια εύλογη ευνοϊκή ρύθμιση για μια ευάλωτη κατηγορία πληθυσμού, όπως οι νέοι επαγγελματίες, δίδεται ουσιαστικά υπό τη μορφή οιονεί δανείου και όχι με τη μορφή μιας πάγιας ρύθμισης. Η αρνητική σημασία της διάταξης αυτής ενδεχομένως ξεπερνάει τα όρια των πληττομένων, δηλαδή των νέων επαγγελματιών, αφού ουσιαστικά ανοίγει ένα νέο τρόπο σκέψης που εάν διευρυνθεί θα υπονομεύσει την κοινωνική πολιτική στη χώρα μας».
 Για τη δημιουργία του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, η ΟΚΕ διαπιστώνει ότι «θα δημιουργήσει τεράστια διοικητικά και νομικά ζητήματα που η επίλυσή τους θα απαιτούσε διοικητική μελέτη, και πολυετή περίοδο προσαρμογής ακόμη και στις εποχές που δεν υπήρχε η τεράστια υποστελέχωση που υφίσταται σήμερα». Έτσι όπως επιχειρείται η ενοποίηση, θα έχει ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιασθεί ο χρόνος απονομής των συντάξεων, να υπάρξουν καθυστερήσεις στην υλοποίηση των συγχωνεύσεων, λόγω προσφυγών στα δικαστήρια, και βέβαια να μην υλοποιηθούν τα όποια οφέλη προσδοκώνται από την ενοποίηση όλων των ταμείων σε ένα. Αντιπροτείνει δε τη δημιουργία τριών οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ανάλογα με τη φύση της απασχόλησης, ένα για τους μισθωτούς, ένα για τους αυτοαπασχολούμενους και ένα για τους αγρότες.

www.dikaiologitika.gr