Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Ζούμε περισσότερο, όταν βοηθάμε συνανθρώπους μας

Οι άνθρωποι οι οποίοι νοιάζονται για άλλους ανθρώπους, ζουν περισσότερο, σύμφωνα με νέα έρευνα. Αρκεί να μην το παρακάνουν.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές από τα Πανεπιστήμια της Βασιλείας, της Δυτικής Αυστραλίας, το Edith Cowan, το Χούμπολντ και το Ινστιτούτο Max Planck στο Βερολίνο. 
Τα ευρήματά της δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Evolution and Human Behavior και σύμφωνα με αυτά, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι που υποστηρίζουν και φροντίζουν άλλους ζουν περισσότερο, συγκριτικά με όσους συνομήλικούς τους δεν το κάνουν.
Για να καταλήξει σε συμπεράσματα, η διεθνής ερευνητική ομάδα προχώρησε σε ανάλυση δεδομένων για περισσότερα από 500 άτομα, ηλικίας 70 έως 103 χρονών, αντλώντας στοιχεία από τη μελέτη Belrin Aging Study, η οποία είχε συλλέξει πληροφορίες για το διάστημα από το 1990 έως το 2009.

Μελέτη: ζούμε περισσότερο, όταν βοηθάμε συνανθρώπους μας
Οι ερευνητές συνέκριναν παππούδες και γιαγιάδες που προσέφεραν φροντίδα στα παιδιά και στα εγγόνια τους όταν χρειαζόταν, με παππούδες και γιαγιάδες που δεν συνεισέφεραν καθόλου σε αυτόν τον τομέα, αφήνοντας επίτηδες εκτός σύγκρισης τους παππούδες και τις γιαγιάδες οι οποίοι ήταν οι κύριοι κηδεμόνες των εγγονιών τους, καθώς προηγούμενες μελέτες είχαν επικεντρωθεί σε αυτούς.
Επιπλέον, η ερευνητική ομάδα συνέκρινε μεγαλύτερους ενήλικες οι οποίοι δεν είχαν παιδιά ή εγγόνια, αλλά παρείχαν περιστασιακά φροντίδα για άλλα άτομα στο κοινωνικό τους δίκτυο. 
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι αυτού του είδους η βοήθεια έχει θετική επίδραση στους ηλικιωμένους που παρέχουν φροντίδα σε άλλους και μπορεί να επηρεάζει θετικά τη θνησιμότητά τους
Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι οι μισοί από τους παππούδες και τις γιαγιάδες που φρόντιζαν τα εγγόνια τους, δέκα χρόνια μετά την πρώτη συνέντευξη της μελέτης ήταν ακόμα ζωντανοί. Το ίδιο ίσχυε και για όσους δεν είχαν εγγόνια, αλλά βοηθούσαν τα παιδιά τους (π.χ. με τις δουλειές του σπιτιού). 
Αντιθέτως, οι μισοί από τους ηλικιωμένους που δεν βοηθούσαν (ή δεν είχαν) παιδιά ή εγγόνια, πέθαναν μέσα σε πέντε χρόνια από την πρώτη συνέντευξη.
Μελέτη: ζούμε περισσότερο, όταν βοηθάμε συνανθρώπους μας
Μάλιστα, τα στοιχεία έδειξαν πως η θετική επίδραση της φροντίδας για άλλους δεν περιορίζεται σε όσους παρέχουν βοήθεια και υποστήριξη μόνο εντός της οικογένειάς τους. Τα δεδομένα αποκάλυψαν πως παρομοίως επωφελούνται και οι μεγαλύτεροι ενήλικες οι οποίοι δεν έχουν παιδιά ή εγγόνια, αλλά παρέχουν συναισθηματική υποστήριξη σε τρίτους.
Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι οι μισοί από τους άτεκνους ηλικιωμένους που έδιναν βοήθεια έζησαν για ακόμη 7 χρόνια μετά την πρώτη συνέντευξη, ενώ οι άτεκνοι ηλικιωμένοι οι οποίοι δεν το έκαναν, ζούσαν κατά μέσο όρο μόνο 4 χρόνια μετά την πρώτη συλλογή δεδομένων.
Όπως σημειώνεται στη μελέτη, ο κίνδυνος θνησιμότητας για τους παππούδες και τις γιαγιάδες που παρείχαν φροντίδα σε παιδιά, χωρίς να είναι οι κύριοι κηδεμόνες τους, ήταν κατά 37% χαμηλότερος, σε σχέση με εκείνον για τους παππούδες και τις γιαγιάδες που δεν το έκαναν. Επιπλέον, ο κίνδυνος θνησιμότητας ήταν μειωμένος και για όσους παρείχαν βοήθεια εκτός της οικογένειας.
Μάλιστα, τα παραπάνω ίσχυαν ακόμα και όταν λαμβάνονταν υπόψη άλλοι παράγοντες, όπως η υγεία, η ηλικία, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και τα χαρακτηριστικά των παιδιών και των εγγονιών.
Το συμπέρασμα είναι ότι “ένα λογικό επίπεδο συμμετοχής στη φροντίδα φαίνεται να επηρεάζει θετικά την υγεία", σημειώνει ο Ralph Hertwig, ένας εκ των ερευνητών και διευθυντής στο Ινστιτούτο Max Planck, σε σχετικό δελτίο τύπου του Πανεπιστημίου της Βασιλείας. 
Ωστόσο, ο ίδιος ερευνητής σημειώνει ότι  η πολύ έντονη εμπλοκή -όταν, δηλαδή, οι παππούδες καλούνται να αναλάβουν αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά τη φροντίδα των παιδιών- προκαλεί άγχος και επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας τη σωματική και ψυχική υγεία των φροντιστών, όπως έδειξαν προηγούμενες μελέτες.
http://www.pathfinder.gr