Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Αιτία τύφλωσης 1,1 εκατ. ανθρώπων, παγκοσμίως, το γλαύκωμα

Το γλαύκωμα χαρακτηρίζεται από τους οφθαλμιάτρους ως ο «αθόρυβος κλέφτης της όραση μας» και όχι άδικα, καθώς εκδηλώνεται σταδιακά και η βλάβη που προκαλεί στο οπτικό νεύρο δεν γίνεται αντιληπτή παρά μόνο όταν έχει πια εδραιωθεί. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο πάνω από 1,1 εκατομμύρια άνθρωποι, παγκοσμίως, χάνουν την όρασή του λόγω γλαυκώματος, σύμφωνα με την Διεθνή Εταιρεία Γλαυκώματος.
Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, 76 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θα πάσχουν από γλαύκωμα έως το 2020 και σ' αυτούς υπολογίζεται ότι συμπεριλαμβάνονται περίπου 300.000 Έλληνες, αλλά το 35-40% από αυτούς δεν ξέρουν ότι πάσχουν από τη νόσο, όπως είχε δείξει προ ετών έρευνα της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος.

Οι δράσεις της φετινής Παγκόσμια Εβδομάδα Γλαυκώματος (12-18 Μαρτίου 2017)
εστιάζουν στους άνδρες, καθώς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να χάσουν την όρασή τους συγκριτικά με τις γυναίκες. Βρετανική μελέτη που έγινε το 2016 έδειξε ότι οι άνδρες είναι 16% πιθανότερο να υποστούν σοβαρή απώλεια της όρασης τους εξαιτίας του γλαυκώματος, συγκριτικά με τις γυναίκες.
Το γλαύκωμα αφορά σε μία ομάδα οφθαλμικών παθήσεων με κοινό χαρακτηριστικό την προοδευτική βλάβη του οπτικού νεύρου. Η βλάβη αυτή συνήθως οφείλεται στη σταδιακή αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης, η οποία όμως δεν προκαλεί συμπτώματα στα αρχικά στάδια. Έτσι, συνήθως απαιτούνται 3-4 χρόνια χωρίς θεραπεία για να αρχίσουν οι αλλοιώσεις στο οπτικό νεύρο που τελικά θα μειώσουν την όραση.
Ωστόσο, αν το γλαύκωμα διαγνωστεί νωρίς συνήθως μπορεί να επιβραδυνθεί με τη βοήθεια φαρμάκων ή, αν δεν ανταποκρίνεται σε αυτά, με ειδικές επεμβάσεις με λέιζερ ή με νυστέρι, ένθεση αντιγλαυκωματικής βαλβίδας ή συνδυασμό αυτών των θεραπειών. Διεθνείς έρευνες έχουν δείξει ότι με την έγκαιρη διάγνωση και την κατάλληλη θεραπεία θα μπορούσε να προληφθεί το 90% της τύφλωσης από γλαύκωμα.
Ποιοι είναι οι προδιαθεσικοί παράγοντες για την εκδήλωση γλαυκώματος;
Αν και οποιοσδήποτε μπορεί να το εμφανίσει, περισσότερο κινδυνεύουν τα άτομα με οικογενειακό ιστορικό του πιο συχνού τύπου γλαυκώματος (το λεγόμενο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας), όσοι είναι άνω των 60 ετών χωρίς να το εκδηλώσουν νωρίτερα, αλλά και οι πάσχοντες από διαβήτη, όσοι κάνουν μακροχρόνια χρήση στεροειδών (κορτιζόνης) και όσοι έχουν υψηλή μυωπία (πάνω από 6 βαθμούς) ή ιστορικό τραυματισμού στο μάτι.
Επίσης, μελέτες έχουν δείξει ότι το οικογενειακό ιστορικό 15πλασιάζει τον κίνδυνο, ενώ στις ηλικίες άνω των 60 ετών η πιθανότητα να εμφανιστεί γλαύκωμα είναι τριπλάσια απ’ ό,τι στους νεότερους ανθρώπους.
Για τη διάγνωση του γλαυκώματος ο ασθενής μπορεί να υποβληθεί σε μια σειρά από εξετάσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο έλεγχος της οπτικής οξύτητας και των οπτικών πεδίων (πρακτικά ελέγχεται η όρασή του σε διάφορες αποστάσεις και η ευαισθησία σε φωτεινά ερεθίσματα), η παχυμετρία (μέτρηση του πάχους του κερατοειδούς), η οφθαλμοσκόπηση, η βυθοσκόπηση (αξιολογεί το οπτικό νεύρο και τον αμφιβληστροειδή χιτώνα όπου μπορεί να είναι εμφανείς χαρακτηριστικές βλάβες) και η τονομετρία (η μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης). Μπορεί επίσης να γίνει και τομογραφία του οπτικού νεύρου (OCT), μία εξέταση που μπορεί να διαγνώσει σε πολύ αρχικό στάδιο τη νόσο.
«Αυτό που πρέπει όλοι να καταλάβουν είναι ότι οι βλάβες που προκαλεί το γλαύκωμα είναι μη αναστρέψιμες και η έγκαιρη διάγνωση έχει ζωτική σημασία για τη διαφύλαξη της όρασης. Η Παγκόσμια Εβδομάδα Γλαυκώματος είναι μοναδική ευκαιρία για να συνειδητοποιήσουν όλοι ότι το 50% των βλαβών από το γλαύκωμα μπορούν να γίνουν αντιληπτές μόνο με την επιμελή εξέταση των ματιών από τον οφθαλμίατρο», τονίζει ο Δρ Αναστάσιος Κανελλόπουλος, καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Διαθλαστικής Χειρουργικής για την Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας (ISRS/ΑΑΟ).
Για όλους αυτούς τους λόγους, «η ενδοφθάλμια πίεση και η εικόνα του οπτικού νεύρου πρέπει να ελέγχονται κάθε χρόνο μετά την ηλικία των 40 ετών ή αλλιώς σε κάθε επίσκεψη στον οφθαλμίατρο η οποία γίνεται, είτε για προληπτικό έλεγχο (τσεκάπ) της όρασης, είτε επειδή υπάρχει κάποιο διαγνωσμένο οφθαλμολογικό πρόβλημα που χρειάζεται παρακολούθηση. Ιδανικά όμως θα πρέπει να έχουν προηγηθεί ανάλογες μετρήσεις και στις νεότερες ηλικίες, αλλά με πιο αραιή συχνότητα, πιθανώς κάθε 2 έως 4 χρόνια», συμπληρώνει.
Μαίρη Μπιμπή