Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Οι πολυβιταμίνες δεν βελτιώνουν την καρδιαγγειακή υγεία

Οι πολυβιταμίνες δεν μειώνουν τον κίνδυνο μείζονος καρδιαγγειακού επεισοδίου στους ηλικιωμένους, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο JAMA Cardiology.

Επιστημονική ομάδα του Νοσοκομείου Brigham and Women's, στη Βοστόνη, μελέτησε στοιχεία από την έρευνα Physicians' Health Study II (PHS II) στην οποία συμμετέχουν περισσότεροι από 14.000 άνδρες γιατροί, άνω των 50 ετών, και παρέχουν στοιχεία μεταξύ άλλων και για τη διατροφή τους.

Οι ερευνητές μελετώντας τον πληθυσμό αυτό για 11 χρόνια διαπίστωσαν ότι δεν προέκυπτε σημαντική διαφορά στον κίνδυνο μείζονος καρδιαγγειακού επεισοδίου μεταξύ των ανδρών που έπαιρναν κάποια πολυβιταμίνη και αυτών που είχαν πάρει εικονικό συμπλήρωμα διατροφής.

Μάλιστα, στο πλαίσιο της μελέτης έλαβαν υπόψη τους και το είδος της διατροφής που έκανε κάθε συμμετέχοντας και πάλι δεν προέκυψε ότι η καθημερινή λήψη πολυβιταμίνης επηρεάζει τον κίνδυνο καρδιαγγειακού επεισοδίου ή της συνολικής θνησιμότητας.

Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες εξέτασαν λεπτομερώς την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, δημητριακών, ξηρών καρπών, γαλακτοκομικών και κόκκινου και κατεργασμένου κρέατος, συνδυαστικά με βιταμίνη Β6, Β12, βιταμίνη D και άλλα θρεπτικά συστατικά. Εν τέλει οι τροφές, τα θρεπτικά συστατικά, το διατροφικό μοντέλο ή η χρήση συμπληρωμάτων διατροφής πριν την ένταξη στη μελέτη δεν είχε καμιά μετρήσιμη επιρροή στην αποτελεσματικότητα των πολυβιταμινών στον κίνδυνο εκδήλωσης καρδιαγγειακού επεισοδίου στους μεσήλικες και ηλικιωμένους άνδρες.

«Πολλοί πιστεύουν ότι οι άνδρες με πτωχό διατροφικό στατους μπορεί να ωφεληθούν περισσότερο από τη μακροχρόνια χρήση πολυβιταμινών αναφορικά με την καρδιαγγειακή τους υγεία. Ωστόσο, δεν παρατηρήσαμε κάτι τέτοιο. Αλλά επειδή είναι συχνή η χρήση των πολυβιταμινών θα συνεχίσουμε τη μελέτη για να κατανοήσουμε τον ρόλο τους στην διατροφική εικόνα και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους στην υγεία του ανθρώπου», σχολιάζει ο Δρ Χάουαρντ Σεσσο, από το Τμήμα Προληπτικής Ιατρικής και το Τμήμα Γήρανσης του Νοσοκομείου Brigham and Women's.

Μαίρη Μπιμπή